ὀρυκτή Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρυκ-τή, ἡ, = ὄρυγμα, Ph. 1.626. ὀρυκτή, ῆς (ἡ) c. ὄρυγμα, Phil. 1, 626, etc. Étym. ὀρυκτός. ὀρυκτή, ἡ, = ὄρυγμα, Ael. V.H. 13.16.