ὀρυκτικός
ὀρυκτικός, fit for digging
ὀρυκ-τικός, ή, όν,
- fit for digging or mining, ἐργαλεῖον Suid. s.v. ἄμη (cj. Salm. for τεκτονικόν).
ὀρυκτικός, zum Graben gehörig, ἐργαλεῖον, Suid. v. ἄμη.