ὁκοδαπός Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ὁκοδαπός, ὁκόθεν, ὁκοῖος, ὁκόσος, ὁκότε, ὁκότερος, ὅκου, Ion. for ὁποδαπός, etc. ὁκοδαπός, v. ὁποδαπός. ὁκοδαπός Ion. voor ὁποδαπός.