ὁκόσος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὁκόσος, ὁκότε, ὁκότερος, ὅκου, v. ὁπόσος, ὁπότε, ὁπότερος, ὅπου. ὁκόσος Ion. voor ὁπόσος. ὁκόσος, ion. = ὁπόσος, Her. 7.234 u. öfter.