Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁμόβρομος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀμμάτειος
ὀμματεῖς
ὀμματεργάτης
ὀμματίδιον
ὀμμάτιον
ὀμματογράφος
ὀμματολαμπής
ὀμματόπλουτος
ὀμματοποιός
ὀμματοσταγεῖς
ὀμματοστερής
ὀμματουργός
ὀμματόφυλλα
ὀμματόφυλλον
ὀμματόω
ὀμμάτωσις
ὀμναῖσαι
ὄμνυμι
ὀμνύω
ὁμοαιχμία
ὁμοάριθμος
ὁμοαῦλαξ
ὁμόβιος
ὁμοβλαστάνω
ὁμοβλαστέω
ὁμοβλαστής
ὁμοβόρος
ὁμοβουλέω
ὁμοβούλιος
ὁμόβουλος
ὁμόβρομος
ὁμοβώμιος
ὁμόβωμος
ὁμογάλακτες
ὁμογάλακτος
ὁμογάλαξ
ὁμόγαμβροι
ὁμόγαμος
ὁμογάστριος
ὁμογάστωρ
ὁμογένεια
ὁμογενέτωρ
ὁμογενής
ὁμογένιος
ὁμογέρων
ὁμογλωσσέω
ὁμόγλωσσος
ὁμογλωττέω
ὁμόγλωττος
ὁμογνήσιος
ὁμόγνητος
ὁμόγνιος
ὁμόγνουα
ὁμογνωμονέω
ὁμογνωμόνως
ὁμογνωμοσύνη
ὁμογνώμων
ὁμόγονος
ὁμόγραμμος
ὁμόγραυς
ὁμογραφέω
…
ὁμόβρομος
Save
LSJ
Pape
ὁμό-βρομος,
gloss on ἄβρομος,
Hsch.
ὁμόβρομος
, Erkl. von ἄβρομος, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}