ὄμνυμι
ὄμνυμι, ὄμνυμι, swear; swear to, swear by; swear that (+ inf.)
- swear, c. acc. cogn., ὀμνυέτω δέ τοι ὅρκον Il. 19.175, al.; ὅτις κʼ ἐπίορκον ὀμόσσῃ 3.279; ἑκὼν ἐπίορκον ὀμόσσας Hes. Op. 282: c. dat. pers., νῦν μοι ὄμοσσον . . ὅρκον Il. 19.108, al.; πρός τινα Od. 14.331, 19.288:—Pass., ὀμώμοται γὰρ ὅοκος ἐκ θεῶν A. Ag. 1284; ὅρκων ὀμωμος μένων D. 7.10; εἰ ὀμώμοσται οὗτος [ὁ ὅρκος] Arist. Rh. 1377a11, cf. b7.
- II swear to a thing, affirm or confirm by oath,
- 1 folld. by acc., ταῦτα δʼ ἐγὼν ἐθέλω ὀμόσαι Il. 19.187, cf. S. OC 1145, X. Ages. 1.11; ὄ. τὰς σπονδάς Foed. ap. Th. 5.47; τὴν εἰρήνην D. 18.32, cf. 9.16; θεῶν πίστεις τινί Th. 5.30, etc.
- 2 folld. by fut. inf., swear that one will . ., Il. 21.373, etc., cf. S. Ph. 623, 941 (pres. inf., D. 21.188 codd.): freq. with ἦ μέν, Att. ἦ μήν, preceding the inf., καί μοι ὄμοσσον ἦ μέν μοι . . ἀρήξειν Il. 1.76, cf. 10.321, Lys. 31.1, X. HG 5.3.26, etc.: also by aor. inf. and ἄν, Id. An. 7.7.40: by pres. inf., swear that one does . ., S. Ph. 357: by pf. inf., swear that one has . ., D. 21.119; ὤμνυς μὴ γεγονέναι Magn. 6: by aor. inf., swear that one did . ., ὀμνύουσι μὴ ʼκπιεῖν ἀλλʼ ἢ μίαν Pherecr. 143.9, cf. Hdt. 2.179 (aor. inf. is perh. used, without ἄν, in fut. sense, D. 23.170 (s. v. l.)): sts. a clause follows in the ind., ὀμνύω . ., ἦ μὴν ἐγὼ ἐθυόμην X. An. 6.1.31; ὄμνυμί σοι . ., οὐκ ἤθελον . . Theoc. Adon. 22.
- 3 abs., εἶπον ὀμόσας ἄν I would have given my word of honour, Pl. Smp. 215d.
- III with acc. of the person or thing sworn by, swear by, νῦν μοι ὄμοσσον ἀάατον Στυγὸς ὕδωρ Il. 14.271; γαιήοχον ἐννοσίγαιον ὄμνυθι 23.585, cf. 15.40, Hdt. 5.7, A. Th. 529, S. Tr. 1185, etc.; ὀμωμοκὼς τοὺς θεούς D. 18.217; ὄμνυμι θεοὺς καὶ θεάς folld. by inf., X. An. 6.6.17, cf. 6.1.31: rarely c. dat., τῷ γὰρ ὄμνυτʼ; ἢ σιδαρέοισι; Ar. Nu. 248: in Prose also with Preps., ὀ. καθʼ ἱερῶν τελείων Lex ap. And. 1.97, Th. 5.47; κατʼ ἐξωλείας D. 21.119; κατὰ τῆς Πολιάδος Luc. Symp. 32; εἰς τὸν Οὐιτέλλιον Plu. Oth. 18; ἐπὶ τῶν ἱερῶν Plb. 38.20.5; ἐν Κυρίῳ LXX Jd. 21.7; ἐν τῷ ναῷ Ev.Matt. 23.16:—Pass., ὀμώμοσται Ζεύς Zeus has been sworn by, adjured, E. Rh. 816, cf. Ar. Nu. 1241.
1. zweren, een eed afleggen; met acc. v.h. inw. obj.:
2. zweren bij, met acc.:
3. onder ede beloven,
schwören, sowohl absol., ὤμνυε δʼ ὡς ἐκέλευε, θεοὺς δʼ ὀνόμηνεν ἅπαντας, Il. 14.278, als auch ὅρκον, den Eid schwören, ὀανυέτω δέ τοι ὅρκον, 19.175 u. öfter, wie Pind. Ol. 6.20 ; ὅτις κʼ ἐπίορκον ὀμόσσῃ, Il. 3.279, wer einen Meineid schwören sollte ; Hes. O. 284, Th. 232 ; aber auch ταῦτα δʼ ἐγὼν ἐθέλω ὀμόσσαι, das will ich beschwören, Il. 19.187. – Daher pass.; ὀμώμοται γὰρ ὅρκος ἐκ θεῶν μέγας, Aesch. Ag. 1257 ; ὅρκους ὀμνὺς ψευδεῖς, Plat. Legg. XI.917a ; auch τὰς σπονδάς, Thuc. 5.47 ; ὅρκοι ὀμοσθήσονται, Andoc. 3.34 ; – πρός τινα, wie wir sagen »Einem Etwas zuschwören«, Od. 14.331, 19.288 ; – mit dem accus. des Gottes, bei dem man schwört, Ἔννοσίγαιον ὄμνυθι, Il. 23.585, νῦν μοι ὄμοσσον ἀάατον Στυγὸς ὕδωρ, 14.271 ; so ὄμνυσι δʼ αἰχμήν, Aesch. Spt. 511 ; ὄμνυ Διός νυν κάρα, Soph. Trach. 1175 ; σεμνὴν Ἄρτεμιν, Eur. Hipp. 713, öfter ; auch pass., Ζεὺς ὀμώμοσται πατήρ, ist beim Schwur angerufen, Rhes. 816 ; ὄμνυμι θεῶν πίστεις, Thuc. 5.30 ; μηδένα θεῶν, Isocr. 1.23, bei keinem der Götter schwören, keinen im Schwur anrufen ; – τινί, Einem schwören, ὀμώμοκα γὰρ αὐτῷ, Plat. Charm. 157c ; πάντες τούτοις ὤμοσαν βοηθήσειν, Legg. III.683d ; Xen., der auch ὀμνύοντες sagt, Conv. 4.10 ; ὤμνυε κατʼ ἐξωλείας μηδὲν εἰρηκέναι, Dem. 21.119 (s. ἐξώλεια); auch κατὰ τῶν παίδων ὀμνύς, 54.40, u. καθʼ ἱερῶν ὀμνύναι (s. unter κατά I.4), wie noch Luc. sagt κατὰ τῆς Πολιάδος ὤμοσα μὴ εἰληφέναι, Conviv. 32. – Die Worte des Schwures werden häufig mit ἦ μήν eingeleitet, s. diese Partikeln. – Ueber den inf. aor. statt fut. s. Lobeck zu Phryn. 750. – S. noch ὀμόω.
Wahrscheinlich mit ὁμός zusammenhangend, durch einen Eid verbinden, verpflichten.
ὀμνύω
Fut. in mid. form ὀμοῦμαι Il. 1.233, Il. 9.132, Il. 21.373: Od. 20.229.
3 sing. ὀμεῖται Il. 9.274.
Aor. ὤμοσα Od. 4.253.
3 sing. ὤμοσε Il. 19.127: Od. 14.331. ὄμοσε Il. 14.280, Il. 19.113: Od. 2.378, Od. 10.346. ὄμοσσε Il. 10.328, Il. 23.42.
1 pl. ὠμόσσαμεν Il. 20.313.
3 pl. ὄμοσαν Od. 12.304, Od. 15.438, Od. 18.59.
3 sing. subj. ὀμόσσῃ Il. 3.279, Il. 19.260.
Opt. ὀμόσαιμι Il. 15.40.
Imp. ὄμοσον Od. 2.373. ὄμοσσον Il. 1.76, Il. 10.321, Il. 14.271, Il. 19.108.
2 pl. ὀμόσσατε Od. 12.298, Od. 18.55.
Pple. ὀμόσας Od. 14.392. ὀμόσσας Il. 19.265.
Infin. ὀμόσαι Il. 19.187. ὀμόσσαι Od. 5.178, Od. 10.299, 343. (ἀπ-, ἐπ-)
- 1
To make an affirmation, give an undertaking, indicate a resolve, under the sanction of an oath, to swear: σκῆπτρον λάβε καί οἱ ὄμοσσεν Il. 10.328. Cf. Il. 3.279, Il. 14.278, 280, Il. 19.260, 265: Od. 2.378=Od. 10.346, Od. 12.304=Od. 15.438=Od. 18.59, Od. 14.392.
With cognate acc.: μέγαν ὅρκον Il. 1.233. Cf. Il. 9.132, Il. 19.108, Il. 20.313, etc.: Od. 4.253, Od. 5.178, Od. 10.299, Od. 20.229, etc.
- 2
To swear to the truth of (something): ταῦτʼ ἐγὼν ἐθέλω ὀμόσαι Il. 19.187.
To swear to (an undertaking): τόδʼ ὀμοῦμαι Il. 21.373.
- 3
With pres., aor. or pf. infin. indicating what is affirmed: μή ποτε τῆς εὐνῆς ἐπιβήμεναι Il. 9.132, 274, Il. 19.175: νῆα κατειρύσθαι καὶ ἐπαρτέας ἔμμεν ἑταίρους Od. 14.331, Od. 19.288.
With μὴ μέν Il. 23.585.
- 4
With ἦ μέν
and fut. infin. indicating what is undertaken or resolved: ἦ μέν μοι πρόφρων ἀρήξειν Il. 1.76. Cf. Il. 10.321, etc.Without ἦ μέν: μή ποτʼ ἐς οὔλυμπον αὖτις ἐλεύσεσθαι Ἄτην Il. 19.127. Cf. Il. 20.313, Il. 21.373: Od. 5.178=Od. 10.343, Od. 10.299.
With μὴ μέν and aor. infin.: μὴ μὲν πρὶν Ὀδυσῆʼ ἀναφῆναι, πρίν γε . . . Od. 4.253.
Without μέν: μὴ μητρὶ τάδε μυθήσασθαι, πρίν γε . . . Od. 2.373.
With clause: μή τις ἐμὲ χειρὶ βαρείῃ πλήξῃ Od. 18.55. Cf. Od. 12.298.
- 5
To invoke in sanction of an oath, swear by: στυγὸς ὕδωρ Il. 14.271. Cf. Il. 15.40.
- 1
- 1swear μέγαν ὅρκον ὀμόσσαις τοῦτο γέ οἱ σαφέως μαρτυρήσω O. 6.20 c. fut. inf., “καί τοι μοναρχεῖν καὶ βασιλευέμεν ὄμνυμι προήσειν” P. 4.166 ὤ[μο]σε [γὰρ θ]εός μή μιν εὔφρονʼ ἐς οἶκον μήτʼ ἐπὶ γῆρας ἱξέμεν βίου (supp. Housman) Pae. 6.112
1
1.a
ὁρκίζω ὑμᾶς, ἅτι[να] ὠμόσατε ἐπὶ Σολομῶνος
os conjuro por cuanto jurasteis por Salomón
2
2.a
ὄμνυμί σοι θεούς τε ἁγίους καὶ θεοὺς οὐρανίους μηδενὶ μεταδοῦναι τὴν Σολομῶνος πραγματείαν
te conjuro, por los dioses sagrados y los dioses celestiales, a que no compartas con nadie la práctica mágica de Salomón
- Ito swear, Hom.; c. acc. cogn., ὀμνυέτω δέ τοι ὅρκον Il.; ὅ τις κʼ ἐπίορκον ὀμόσσηι whosoever swears a false oath, Il.
- IIto swear to a thing, affirm or confirm by oath, ταῦτα δʼ ἐγὼν ἐθέλω ὀμόσαι Il.; ὄμν. τὴν εἰρήνην Dem.
- 2foll. by inf. fut. to swear that one will . ., Il., Soph.;—often with ἦ μέν or (in Attic) ἦ μήν preceding the inf., καί μοι ὄμοσσον ἦ μέν μοι ἀρήξειν Il.; so by inf. aor. and ἄν, Xen.:—foll. by inf. pres. to swear that one is doing a thing, Soph.; by inf. perf. to swear that one has done, Dem.
- 3absol. εἰπεῖν ὀμόσας to say with an oath, Plat.
- IIIwith acc. of the person or thing sworn by, to swear by, ὀμόσαι Στυγὸς ὕδωρ Il.; ὀμωμοκὼς τοὺς θεούς Dem.;—rarely c. dat., τῶι δʼ ἄρʼ ὄμνυτʼ; Ar.:—Pass., ὀμώμοσται Ζεύς Zeus has been sworn by, adjured, Eur.
-
…γὰρ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλʼ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα · καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ, ἀλλὰ δικάσειν κατὰ τοὺς νόμους. οὔκουν χρὴ οὔτε ἡμᾶς ἐθίζειν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν…
Plato, Apology
-
…ἔχειν, ἵνʼ ἀμφοτέρων ἡμῶν ἀκούσαντες τἀληθῆ ῥᾳδίως ἔγνωτε τὰ δίκαια. ἐπειδὴ δὲ αὐτῷ οὐδὲν μέλει τῶν ὅρκων ὧν ὠμόσατο, πειράσομαι καὶ περὶ ὧν οὗτος ἔψευσται διδάσκειν ὑμᾶς. ἐτόλμησε γὰρ εἰπεῖν ὡς αὐτὸς μὲν τριακοσίας δραχμὰς ἔδωκε Θεοδότῳ…
Lysias, Speeches
-
…οὔτʼ ἀνθρώπους νομίζει, ὅμως δʼ ἐκ τῶν παρόντων ἐδόκει μοι ἀναγκαιότατον εἶναι πίστιν παρʼ αὐτοῦ λαβεῖν. ἐπειδὴ δὲ ὤμοσεν, ἐξώλειαν ἑαυτῷ καὶ τοῖς παισὶν ἐπαρώμενος, λαβὼν τὸ τάλαντόν με σώσειν, εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τὴν κιβωτὸν…
Lysias, Speeches
-
…Δία πάντως καὶ ἀσεβείας φεύγοντα ὑπὸ Μελήτου τουτουΐ. σαφῶς γὰρ ἄν, εἰ πείθοιμι ὑμᾶς καὶ τῷ δεῖσθαι βιαζοίμην ὀμωμοκότας, θεοὺς ἂν διδάσκοιμι μὴ ἡγεῖσθαι ὑμᾶς εἶναι, καὶ ἀτεχνῶς ἀπολογούμενος κατηγοροίην ἂν ἐμαυτοῦ ὡς θεοὺς οὐ νομίζω .…
Plato, Apology
-
…μάθῃ, ἐὰν μὲν βούληται, ἀποδέδωκεν ὃ ἐγὼ πράττομαι ἀργύριον · ἐὰν δὲ μή, ἐλθὼν εἰς ἱερόν, ὀμόσας ὅσου ἂν φῇ ἄξια εἶναι τὰ μαθήματα, τοσοῦτον κατέθηκε. τοιοῦτόν σοι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἐγὼ…
Plato, Protagoras
-
…ἐναντιωσόμενοι τοῖς τότε καθισταμένοις πράγμασι. τὰ μὲν οὖν ὀνόματα οὐκ ἔφη αὐτῶν ἐρεῖν καθʼ ἕκαστον · ὅρκους τε γὰρ ὀμωμοκέναι τοὺς αὐτοὺς ἐκείνοις, καὶ εἶναι ἑτέρους οἳ ἐροῦσι τὰ ὀνόματα, αὐτὸς δὲ οὐκ ἄν ποτε ποιῆσαι ταῦτα .…
Lysias, Speeches
-
…θέσφατόν ἐστι δαήμεναι οὔτε τινʼ ἄλλον ἀθανάτων · τὸ γὰρ οἶδε Διὸς νόος · αὐτὰρ ἐγώ γε πιστωθεὶς κατένευσα καὶ ὤμοσα καρτερὸν ὅρκον, μή τινα νόσφιν ἐμεῖο θεῶν αἰειγενετάων ἄλλον γʼ εἴσεσθαι Ζηνὸς πυκινόφρονα βουλήν. καὶ σύ, κασίγνητε…
NA, Homeric Hymns
-
…ἄλσεα δενδρήεντα πάντας ἐπʼ ἀνθρώπους, ἐπεὶ ἦ πολυώνυμος ἔσται. ὣς ἄρʼ ἔφη · Λητὼ δὲ θεῶν μέγαν ὅρκον ὄμοσσεν · ἴστω νῦν τάδε Γαῖα καὶ Οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν καὶ τὸ κατειβόμενον Στυγὸς ὕδωρ, ὅς τε μέγιστος ὅρκος δεινότατός…
NA, Homeric Hymns
-
…αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα · θάρσει, μαῖʼ, ἐπεὶ οὔ τοι ἄνευ θεοῦ ἥδε γε βουλή. ἀλλʼ ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι, πρίν γʼ ὅτʼ ἂν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται, ἢ αὐτὴν ποθέσαι καὶ…
Homer, Odyssey
-
…ὑμᾶς παραδόντες τῷ ἠδικημένῳ τούτῳ δήμῳ οἴχονται ἀπιόντες ; οὐ μέντοι γε ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, ἀξιῶ ἐγὼ ὧν ὀμωμόκατε παραβῆναι οὐδέν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις καλοῖς ἐπιδεῖξαι, ὅτι καὶ εὔορκοι καὶ ὅσιοί ἐστε. εἰπὼν…
Xenophon, Hellenica