Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμματόφυλλα
ὀμματόφυλλα, eyelids
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀμιχέω
ὀμιχλαίνω
ὁμιχλαίνω
ὀμίχλη
ὁμίχλη
ὀμιχλήεις
ὁμιχλήεις
ὀμιχλοειδής
ὁμιχλοειδής
ὀμιχλόομαι
ὀμιχλόω
ὀμιχλώδης
ὁμιχλώδης
ὄμιχμα
ὀμίχω
ὀμιώμεθα
ὄμμα
ὀμμαδόν
ὀμμάτειος
ὀμματεῖς
ὀμματεργάτης
ὀμματίδιον
ὀμμάτιον
ὀμματογράφος
ὀμματολαμπής
ὀμματόπλουτος
ὀμματοποιός
ὀμματοσταγεῖς
ὀμματοστερής
ὀμματουργός
ὀμματόφυλλα
ὀμματόφυλλον
ὀμματόω
ὀμμάτωσις
ὀμναῖσαι
ὄμνυμι
ὀμνύω
ὁμοαιχμία
ὁμοάριθμος
ὁμοαῦλαξ
ὁμόβιος
ὁμοβλαστάνω
ὁμοβλαστέω
ὁμοβλαστής
ὁμοβόρος
ὁμοβουλέω
ὁμοβούλιος
ὁμόβουλος
ὁμόβρομος
ὁμοβώμιος
ὁμόβωμος
ὁμογάλακτες
ὁμογάλακτος
ὁμογάλαξ
ὁμόγαμβροι
ὁμόγαμος
ὁμογάστριος
ὁμογάστωρ
ὁμογένεια
ὁμογενέτωρ
ὁμογενής
…
ὀμματόφυλλα
Save
ὀμματόφυλλα, eyelids
LSJ
ὀμμᾰτόφυλλα, τά,
eyelids,
gloss on
Ar.
Pl.
721.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}