ὀμματουργός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀμμᾰτουργός, όν, = ὀμματοποιός, Iamb. Protr. 21.γ. ὀμματουργός, ός, όν [ᾰ] c. ὀμματοποιός, Jambl. Protr. p. 328. Étym. ὄμμα, ἔργον. ὀμματουργός, = ὀμματοποιός, Sp.