ὁμόπλεκτος Save Bailly 2024 Pape ὁμό·πλεκτος, ος, ον, c. le préc. Nonn. Jo. 11, 44. Étym. ὁμ. πλεκτός. ὁμόπλεκτος, = ὁμοπλεκής, Nonn.