Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁμόπατρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμόνεκρος
ὁμονηδύϊος
ὁμονήδυος
ὁμονοεῖον
Ὁμονοεῖον
ὁμονοέω
ὁμονοητέον
ὁμονοητικός
ὁμονοητικῶς
ὁμόνοια
Ὁμόνοια
ὁμόνομος
ὁμόνοος
ὁμόνους
ὁμονόως
ὁμόνυμφος
Ὁμονῶος
ὁμόοικος
ὁμοουσία
ὁμοουσιαστής
ὁμοούσιος
ὁμοουσιότης
ὁμόπαγος
ὁμοπάθεια
ὁμοπαθέω
ὁμοπαθής
ὁμοπαίκτωρ
ὁμόπαις
ὁμοπάτηρ
ὁμοπάτριος
ὁμόπατρος
ὁμοπάτωρ
ὁμόπεδος
ὁμοπιστία
ὁμόπιστος
ὁμόπλαστος
ὁμοπλεκής
ὁμόπλεκτος
ὁμοπληθής
ὁμοπλοέω
ὁμόπλοια
ὁμόπλοκος
ὁμόπλοος
ὁμοπλωτήρ
ὁμόπνοια
ὁμοποιός
ὁμοπολέω
ὁμοπόλησις
ὁμόπολις
ὁμοπολιτεία
ὁμοπολίτης
ὁμόπολος
ὁμοπόρευτος
ὁμοπραγέω
ὁμοπράγμων
ὁμόπτερος
ὁμόπτολις
ὁμόπτωτος
ὁμορβεῖν
ὀμοργάζω
ὄμοργμα
…
ὁμόπατρος
Save
Pape
ὁμόπατρος
, = ὁμοπάτριος, Erkl. von ὄπατρος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}