ὁμοπαίκτωρ
ὁμοπαίκτωρ, playfellow
ὁμο-παίκτωρ, ορος, ὁ,
- playfellow, Sch. Theoc. 6.18 (Scaliger for ὅμοιον παίκτορα).
ὁμοπαίκτωρ, ορος, ὁ, Mitspieler, Spielgesell, Schol. Theocr. 6.18.