ὑπάγω
ὑπάγω, to lead
- A trans., lead or bring under, ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους brought them under the yoke, yoked them, Il. 16.148, cf. 23.291; ἴπποις (acc.) δʼ ἄνδρες ὔπαγον ὐπʼ ἄρματα Sapph. 44.17 L.-P., cf. E. Hipp. 1194 in PLit.Lond. 73 (ἐπῆγε codd.); also simply, ἡμιόνους ὕπαγον Od. 6.73.
- 2 bring under oneʼs power, [οἱ θεοί] σε ὑπήγαγον ἐς χεῖρας τὰς ἐμάς Hdt. 8.106; ὑ. τινὰς εἰς δουλείαν Luc. Apol. 3:— Med., bring under oneʼs own power, reduce, πόλιν Th. 7.46; τοὺς Θρᾷκας Luc. DDeor. 22[18].1, etc.
- 3 subsume, ὑφʼ ἓν μέρος λόγου τὰ ἄρθρα καὶ τὰς ἀντωνυμίας A.D. Synt. 88.11, cf. 235.7 (Pass.); πάντα τῷ τῆς μανίας ὀνόματι Luc. Abd. 29.
- 4 bring forward in reply, in Pass., A.D. Conj. 251.9, Synt. 73.11.
- 5 subject, τὴν ἀρχομένην [διάθεσιν] τοῖς βοηθήμασιν Sor. 2.38:—Pass., τῶν -ομένων τῇ διαίτῃ παθῶν Id. 1.2.
- II bring a person before the judgement-seat (the ὑπό refers to his being set under or below the judge), ὑ. τινὰ ὑπὸ δικαστήριον bring one before a court, i.e. accuse, impeach him, Hdt. 9.93, cf. 6.72 (Pass.); ὑ. τινὰ ὑπὸ τοὺς ἐφόρους ib. 82; οἱ -όμενοι εἰς ὑμᾶς X. HG 2.3.28; ὑ. τινὰ ἐς δίκην Th. 3.70; simply, ὑ. τινὰ ὡς ἐπιβουλεύοντα X. HG 2.3.33; ὑ. τινὰ θανάτου on a capital charge, ib. 2.3.12, 5.4.24; θανάτου ὑπὸ τὸν δῆμον Μιλτιάδεα impeached him before the commons on a capital charge, Hdt. 6.136: c. dat., ὑ. τινὰς δικαστηρίοις Luc. Fug. 11:—Med., τάνδʼ ὑπάγεται Δίκα E. El. 1155 (lyr., dub. l., δίκαν codd.):—Pass., Phld. Rh. 2.140 S.: c. dat., τοῖς τῆς . . πεπρωμένης . . νόμοις ὑπαχθέντα IG 12(7).240.24 (Amorgos, iii A.D.); ὁ πένης ὑπάγεται τῷ νόμῳ Lib. Decl. 36 tit.
- III lead on by degrees, τὰς κύνας X. Cyn. 5.15, cf. 10.4; draw or lead on by art or deceit, Hdt. 9.94; τινὰ ἐπὶ κῶμον E. Cyc. 507 (lyr.); ὑ. τοὺς πολεμίους εἰς δυσχωρίαν draw them on by pretended flight, X. Cyr. 1.6.37; ὑ. τοὺς πολεμίους ὑποφεύγοντες ib. 3.2.8; τὸν ἐρῶντα τῷ ἐρωμένῳ ἀκολουθεῖν . ., ὅπῃ ἂν ἐκεῖνος ὑπάγῃ Pl. Euthphr. 14c; τίνʼ ὑπάγεις μʼ ἐς ἐλπίδα; E. Hel. 826; ὁ θεὸς ὑπῆγεν αὐτόν, ἵνα ἀφικόμενος . . δοίη δίκην Lys. 6.19; ἡ πέρδιξ . . ἀπὸ τῶν ῳῶν ὑπάγει (sc. ἄνθρωπον) Arist. HA 613b32: c. inf., σʼ ὑπήγαγον εἰς χεῖρας ἐλθεῖν so as to come, E. Andr. 428:—Med., lead on for oneʼs own advantage, but freq. much like the Act., lead on, ἐλπίσιν ὑπαγαγέσθαι τινά Isoc. 5.91, cf. X. An. 2.4.3; ὑ. Θετταλοὺς εἰς δουλείαν reduce them, D. 8.62; ὑ. τινὰς ἐς μάχην, ἐς φιλίαν, D.C. 36.4, 42.39; ἐς φόρου συντέλειαν Hdn. 6.2.1; give one a lead in speech, E. Andr. 906, cf. X. An. 2.1.18:—Pass., κατὰ μικρὸν ὑπαχθείς Isoc. 5.1; [ἐλπίσι καὶ φενακισμοῖς] ὑπαχθέντες D. 5.10 (v.l. ἐπ- (; ὑπὸ τῆς ἀπάτης καὶ τῶν ἀλαζονευμάτων Aeschin. 1.178, etc.; εἰς ἔχθραν ὑπηγμένος ὑπό τινος D. 18.188; ἐκ λοιδορίας εἰς πληγάς Id. 54.19. (In this sense, ἐπάγω is freq. v.l.)
- IV take away from beneath, withdraw, τινὰ ἐκ βελέων Il. 11.163; ὕπαγε τὰς ἀκροβελίδας Archipp. 10:—Pass., ὑπαγομένου κάτωθεν τοῦ χώματος Th. 2.76.
- 2 draw off, τὸ στράτευμα Id. 4.127; ὑπήγαγεν Κύριος τὴν θάλατταν LXX Ex. 14.21.
- 3 carry off below, ὑ. τὴν κοιλίην purge the bowels, Hp. Morb. 3.17, Aret. CA 1.10; ὑ. τὴν γαστέρα Phryn. 279, Gal. 6.353, al.; v. infr. B.III
- 4 bring down a bandage, Sor. Fasc. 2: c. dat., bring under, τῷ κοίλῳ τοῦ ποδός ib. 59.
- B intr., go away, withdraw, retire, ὑπάγω φρένα τέρψας Thgn. 921, cf. Ar. Av. 1017, AP 9.341 (Glauc.); of an army, draw off or retire slowly, Hdt. 4.120, 122, Th. 4.126; of the lion, ὑπάγει βάδην Arist. HA 629b17; ἂν φυτεύῃ καὶ ὑπάγῃ if he . . goes away, IG 12(7).62.54 (Amorgos, iv B.C.); ὑπάγει αὔριον he is going ( = leaving, setting out) to-morrow, POxy. 1291.11 (i A.D.); ὑπάγοντι εἰς Ἑρμοῦ πόλιν PLond. 1.131.155, 218, al. (i A.D.).
- II go forwards, draw on, ὕπαγʼ ὦ, ὕπαγʼ ὦ on with you! E. Cyc. 52 (lyr.); ὕπαγε, τί μέλλεις; Ar. Nu. 1298; ὑπάγεθʼ ὑμεῖς τῆς ὁδοῦ Id. Ra. 174; ὑ. εἰς τοὔμπροσθεν Eup. 79: also of an army, X. An. 3.4.48, 4.2.16.
- 2 later, in pres., simply go, opp. ἔρχομαι ‘come’, ὕπαγε Σατανᾶ Ev.Matt. 4.10; ὕπαγε, δεῖξον . . Ev.Marc. 1.44; ἦσαν οἱ ἐρχόμενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί ib. 6.31; ποῦ ὑπάγεις; Ev.Jo. 16.5; ἐν πλοίῳ ὑπάγοντι ἰς Ταπόσιριν Sammelb. 7357.8 (iii A.D.); ὕπαγε ἰς πάντα τόπον ib. 7452.7, 19 (iii A.D.); καθʼ ἡμέρα<ν> ὑπάγω παρὰ Σεραπιάδα BGU 38.17 (ii/iii A.D.): the aor. is ἀπῆλθον, ὕπαγε . . καὶ ἀπῆλθε Ev.Matt. 9.6:—αὐτόματα ὑπάγοντα automata which go (from place to place), opp. στατά (those which perform actions while standing still), Hero Aut. 1.2:—rare in LXX (and only in cod. א), To. 8.21, al., Je. 43(36).19.
- III Medic., of the bowels, to be open, κοιλίη ὑπάγουσα Hp. Acut.(Sp.) 2 (1), Gal. 15.756; v. supr. A. IV. 3.
- IV sink down, squat, Arist. HA 540a7; cf. ὑπαγωγή III.2.
1. met acc.
a. onder ... brengen:
b. uit ... wegleiden, wegvoeren:
c. afleiden, verlokken, verleiden tot:
2. intrans.
a. weggaan, zich terugtrekken:
b. vooruitgaan:
c. later gaan, weggaan:
[ὑπ-, ὑπο- 3, ὑπο- 8.]
- 1
To lead away from the range or reach of something : ἐκ βελέων ὕπαγεν Il. 11.163.
- 2
To lead (horses, etc.) under the yoke : ἡμιόνους ὕπαγον ζεῦξάν τε Od. 6.73.
To lead (them) under (the yoke) and yoke them.
With acc.: ὕπαγε (ὕπαγον) ζυγὸν ἵππους Il. 16.148, Il. 23.291, Il. 24.279.
- 1
Strong 5217
a word of the vulgar language, in Pres. and impf. only (Bl., § 53, 1).
I. Trans.
1. to lead or bring under, subdue (Hom., Hdt., al.; Ex, l.c..
2. to lead on slowly (Hdt., Xen., al.).
II. Intrans., to go slowly away, withdraw oneself, depart (so less freq. in cl.; Thuc., Eur., al.): absol., Mt 8:32 13:44, Mk 6:33, Lk 8:42 17:14, Jo 6:67 8:2 11:44 14:5, 28 18:8; οἱ ἐρχόμενοι κ. οἱ ὑπάγοντες, Mk 6:31; ὑπῆγον κ. ἐπίστευον, Jo 12:11; ἵνα ὑπαγῆτε κ. καρπὸν ψέρητε, Jo 15:16; opp. to ἔρχεσθαι, Jo 3:8 8:14; imperat., ὕπαγε, Mt 4:10 8:13 20:14, Mk 2:9 T, 7:29 10:52; εἰς εἰρήνην (ἐν εἰ.), Mk 5:34, Ja 2:16; id. prefixed to another imperat. (Bl., § 79, 4), Mt 5:34 8:4 18:15 19:21 21:28 27:65 28:10, Mk 1:44 10:21 16:7, Jo 4:16 9:7, Re 10:8; with καί inserted, Re 16:1; euphemistically, of death, Mt 26:24, Mk 14:21; c. adv.: ποῦ (q.v.), Jo 12:35 14:5 16:5, I Jo 2:11; ὅπου (q.v.), Jo 8:21, 22 13:33, 36 14:4, Re 14:4; ἐκεῖ, Jo 11:8; c. prep.: πρός, Jo 7:33 13:3 16:5, 10, 17; εἰς, Mt 9:6 20:4, 7, Mk 2:11 11:2 14:13, Lk 19:30, Jo 6:21 7:3 9:11 11:31, Re 13:10 17:8, 11; εἰς . . . πρός, Mt 26:18, Mk 5:19; ἐπί, Lk 12:58; μετά, Mt 5:41; ὀπίσω, Mt 16:23, Mk 8:33; c. inf., Jo 21:3.†
- Atrans. to lead or bring under, ὕπαγε ζυγὸν ἵππους bring them under the yoke, Il.; simply, ὑπάγειν ἡμιόνους Od.
- 2metaph. to bring under oneʼs power, Hdt., Luc.:—Mid. to bring under oneʼs own power, reduce, Thuc.
- IIto bring a person before the judgment-seat (the ὑπό refers to his being set beneath the judgeʼs seat), Hdt.; ὑπ. τινὰ εἰς δίκην Thuc.; ὑπ. τινὰ θανάτου on a capital charge, Xen.
- IIIto lead slowly on, to lead on by degrees, τὰς κύνας Xen.:— to lead on by art or deceit, Hdt., Xen.; ὑπ. τινὰ εἰς ἐλπίδα Eur.:—so in Mid., Xen.; ὑπ. τοὺς Θηβαίους to win them, Dem.:—in Mid. also to suggest a thing so as to lead a person on, Eur., Xen.
- IVto take away from under, withdraw, Il.: Pass., ὑπαγομένου τοῦ χώματος Thuc.
- 2to draw off, τὸ στράτευμα Thuc.
- Bintr., of an army, to draw off or retire slowly, Hdt., Thuc.
- IIto go slowly forwards, draw on, ὕπαγʼ ὦ, ὕπαγʼ ὦ on with you ! Eur.; ὕπαγε, τί μέλλεις; Ar.:—of an army, to come gradually on, Xen.
-
…εἰ κατανοήσετε. οὐκοῦν μέχρι μὲν τοῦ ὑμᾶς τε καταστῆναι εἰς τὴν βουλείαν καὶ ἀρχὰς ἀποδειχθῆναι καὶ τοὺς ὁμολογουμένως συκοφάντας ὑπάγεσθαι πάντες ταὐτὰ ἐγιγνώσκομεν · ἐπεὶ δέ γε οὗτοι ἤρξαντο ἄνδρας καλούς τε κἀγαθοὺς συλλαμβάνειν, ἐκ τούτου κἀγὼ ἠρξάμην τἀναντία…
Xenophon, Hellenica
-
…τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους πίστεως καὶ φιλίας, αὐτὸς δὲ τῆς τοῦ δήμου καταλύσεως, μάλιστα δὲ ἐξορμήσας ὑμᾶς τοῖς πρώτοις ὑπαγομένοις εἰς ὑμᾶς δίκην ἐπιτιθέναι, νῦν ἐπεὶ καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς φανερῶς ἐχθροὶ τῷ δήμῳ γεγενήμεθα, οὐκέτʼ αὐτῷ τὰ…
Xenophon, Hellenica
-
…σκευάριʼ εἰς Ἅιδου φέρειν ; πόσʼ ἄττα ; ταυτί. δύο δραχμὰς μισθὸν τελεῖς ; μὰ Δίʼ ἀλλʼ ἔλαττον. ὑπάγεθʼ ὑμεῖς τῆς ὁδοῦ. ἀνάμεινον ὦ δαιμόνιʼ, ἐὰν ξυμβῶ τί σοι. εἰ μὴ καταθήσεις δύο δραχμάς, μὴ…
Aristophanes, Frogs
-
…τὸ χῶμα ὑφεῖλκον αὖθις παρὰ σφᾶς τὸν χοῦν · καὶ ἐλάνθανον ἐπὶ πολὺ τοὺς ἔξω, ὥστε ἐπιβάλλοντας ἧσσον ἁνύτειν ὑπαγομένου αὐτοῖς κάτωθεν τοῦ χώματος καὶ ἱζάνοντος αἰεὶ ἐπὶ τὸ κενούμενον. δεδιότες δὲ μὴ οὐδʼ οὕτω δύνωνται ὀλίγοι πρὸς πολλοὺς…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ὣς εἰπὼν δμώεσσιν ἐκέκλετο, τοὶ δʼ ἐπίθοντο. οἱ μὲν ἄρʼ ἐκτὸς ἄμαξαν ἐύτροχον ἡμιονείην ὥπλεον, ἡμιόνους θʼ ὕπαγον ζεῦξάν θʼ ὑπʼ ἀπήνῃ · κούρη δʼ ἐκ θαλάμοιο φέρεν ἐσθῆτα φαεινήν. καὶ τὴν μὲν κατέθηκεν ἐυξέστῳ ἐπʼ ἀπήνῃ…
Homer, Odyssey
-
…ἔπειτα πρῶτον μὲν οὓς πάντες ᾔδεσαν ἐν τῇ δημοκρατίᾳ ἀπὸ συκοφαντίας ζῶντας καὶ τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς βαρεῖς ὄντας, συλλαμβάνοντες ὑπῆγον θανάτου · καὶ ἥ τε βουλὴ ἡδέως αὐτῶν κατεψηφίζετο οἵ τε ἄλλοι ὅσοι συνῄδεσαν ἑαυτοῖς μὴ ὄντες τοιοῦτοι οὐδὲν ἤχθοντο…
Xenophon, Hellenica
-
…δὲ οὐ φυλάξασθαι, εἰδότας αὐτοῦ τὰς μεταβολάς, ὡς μὴ καὶ ἡμᾶς ταὐτὸ δυνασθῇ ποιῆσαι ; ἡμεῖς οὖν τοῦτον ὑπάγομεν καὶ ὡς ἐπιβουλεύοντα καὶ ὡς προδιδόντα ἡμᾶς τε καὶ ὑμᾶς. ὡς δʼ εἰκότα ποιοῦμεν, καὶ τάδʼ ἐννοήσατε .…
Xenophon, Hellenica
-
…μὴ ποιοῦσι τοῦτο, καὶ λέγειν δεῖν καὶ πράττειν ὅπως ἐκεῖνος παύσεται τῆς ὕβρεως καὶ δίκην δώσει, εἰς τοῦθʼ ὑπηγμένα πάντα τὰ πράγματα καὶ προειμένʼ ὁρῶ, ὥστε δέδοικα μὴ βλάσφημον μὲν εἰπεῖν, ἀληθὲς δʼ ᾖ · εἰ καὶ…
Demosthenes, Speeches
-
…Εὔμηλος Ἀδμήτου φίλος υἱός, ὃς ἱπποσύνῃ ἐκέκαστο · τῷ δʼ ἐπὶ Τυδεΐδης ὦρτο κρατερὸς Διομήδης, ἵππους δὲ Τρῳοὺς ὕπαγε ζυγόν, οὕς ποτʼ ἀπηύρα Αἰνείαν, ἀτὰρ αὐτὸν ὑπεξεσάωσεν Ἀπόλλων. τῷ δʼ ἄρʼ ἐπʼ Ἀτρεΐδης ὦρτο ξανθὸς Μενέλαος…
Homer, Iliad
-
…τὸν μετʼ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα τῖε μάλιστα, πιστότατος δέ οἱ ἔσκε μάχῃ ἔνι μεῖναι ὁμοκλήν. τῷ δὲ καὶ Αὐτομέδων ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους Ξάνθον καὶ Βαλίον, τὼ ἅμα πνοιῇσι πετέσθην, τοὺς ἔτεκε Ζεφύρῳ ἀνέμῳ Ἅρπυια Ποδάργη βοσκομένη λειμῶνι…
Homer, Iliad