ὑπαιρέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὑπαιρέω, Ion. for ὑφαιρέω (q.v.). ὑπ·αιρέω, v. ὑφαιρέω. ὑπαιρέω Ion. voor ὑφαιρέω. ὑπαιρέω, ion. = ὑφαιρέω.