ὑπαλειπτρίς Save Bailly 2024 Pape ὑπαλειπτρίς, ίδος [ῠᾰ] adj. f. : μήλη, Hpc. 263, 36, c. le suiv. ὑπαλειπτρίς, ίδος, ἡ, μήλη, = ὑπάλειπτρον, Hippocr.