ὑπαιδείδοικα Save LSJ Bailly 2024 Middle Liddell ὑπαιδείδοικα, Ep. for ὑποδέδοικα, v. ὑποδείδω. ὑπαι·δείδοικα [ῠ] pf. épq. p. *ὑποδέδοικα, de ὑποδείδω, Hh. Merc. 165. ὑπαιδείδοικα Epic for ὑποδέδοικα, perf. of ὑποδείδω