ὑπαγώγιον Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπᾰγώγ-ιον, τό, Dim. of ὑπαγωγεύς II, Ptol. Harm. 1.8, 11. ὑπαγώγιον, ου (τὸ) [ῠᾰ] dim. d’ὑπαγωγεύς 2, Ptol. ὑπαγώγιον, τό, dim. von ὑπαγωγεύς 2, Ptolem.