ὑπάετος
ὑπάετος, eagle
ὑπάετος [ᾱ], ὁ,
- a kind of eagle or vulture, Arist. HA 618b34; cf. ὑψιαίετος.
ὑπάετος, ου (ὁ) c. ὑπαίετος, Arstt. H.A. 9, 32, 3.
ὑπάετος, ὁ, v.l. für ὑπαίετος.