ὑπερκαθέζομαι
ὑπερκαθέζομαι, sit over
ὑπερκαθ-έζομαι, Med.,
- sit over, τῆς κεφαλῆς J. AJ 19.8.2 (v.l. -καθίζ-).
ὑπερ·καθέζομαι, c. ὑπερκάθημαι, Jos. A.J. 19, 8, 2.
ὑπερκαθέζομαι, sit over