ὑπερικόν Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ὑπερικόν, τό, v. ὑπέρεικος. ὑπερικόν, c. ὑπέρεικον, Diosc. 3, 171. ὑπ-ερικόν -οῦ, τό [ἐρείκη] sint-janskruid.