ὑπερπέταμαι
ὑπερπέταμαι,
- = ὑπερπέτομαι, AP 5.258 (Paul.Sil.), 7.546, 12.249 (Strat.).
ὑπερπέταμαι, dep. med., = ὑπερπέτομαι, DS
ὑπερπέταμαι
aor2 -επτάμην
and in act. form -έπτην
Doric -έπτᾱν
= ὑπερπέτομαι, Soph.