ὑπερπλήρης
ὑπερπλήρης, overfull
ὑπερπλήρ-ης, ες,
- overfull, Plot. 5.2.1, Jul. Or. 4.140b, Procl. Inst. 131, Dam. Pr. 307, etc.
ὑπερ·πλήρης, ης, ες, c. ὑπέρπλεως, Plot. Enn. 5, 2, 1 ; Procl. Inst. theol. p. 196.
Étym. ὑ. πλήρης.