ὑπέρπλεος
ὑπέρπλεος, abundant
ὑπέρπλεος, ον,
- = ὑπέρπλεως, abundant, Tz. H. 8.652; additional, μηδὲν λάβῃς ὑ. BGU 412.20 (iv A.D.).
ὑπέρπλεος, abundant