ὑποπτυχίς
ὑποπτυχίς, a joint
ὑποπτῠχίς, ίδος, ἡ,
- joint, τοῦ θώρακος Plu. Alex. 16.
ὑποπτυχίς, ίδος (ἡ) [τῠ] pli en dessous : θώρακος, Plut. Alex. 16, défaut de la cuirasse.
Étym. ὑποπτύσσω.
ὑποπτυχίς, ίδος, ἡ, Falte, Fuge, θώρακος, Plut. Alex. 16.
ὑποπτυχίς
ὑπο-πτῠχίς, ίδος, ἡ,
πτυχή
- a joint, τοῦ θώρακος Plut.