ὑποπτερίδιος
ὑποπτερίδιος, winged
ὑποπτερίδιος, ον,
- = ὑπόπτερος, Dionys. ap. EM 783.20 sq.; cf. ὑποπετρίδιος.
ὑπο·πτερίδιος, ος, ον [ῐδ] c. ὑπόπτερος, Dionys. (EM. 783, 20).