ὑπότροφος
ὑπότροφος, reared at the breast
ὑπότροφ-ος, ον,
- reared at the breast, νεᾶνις E. IA 1204 (v.l. ὑπόστροφον).
ὑπότροφος, v.l. für ὑπόστροφος, Eur. I.A. 1204.