ὑποτρομώδης
ὑποτρομώδης, somewhat tremulous
ὑποτρομ-ώδης, ες,
- somewhat tremulous, Hp. Epid. 4.45.
ὑποτρομώδης, ης, ες, sujet au tremblement, Hpc. 1136e.
Étym. ὑπότρομος, -ωδης.
ὑποτρομώδης, ες, zitternd, Hippocr.