ὑποτροπάζω
ὑποτροπάζω, return
ὑποτροπ-άζω, in Pass.,
- return, πάλιν ὑπετροπάσθην μῆνας τέσσερας PCair.Zen. 34.17 (iii B. C.).
- II in Pass., = ὑποτροπιάζω, have a relapse, PSI 4.435.17 (iii B. C.).
ὑποτροπάζω, f. L. statt ὑποτροπιάζω, Phryn. bei B.A. 69.