ὑπότρυγος
ὑπότρυγος, full of lees
ὑπότρῠγος, ον, (τρύξ)
- full of lees or sediment, Hp. Epid. 4.25.
ὑπό·τρυγος, ος, ον [ῠ] chargé de lie, Hpc. 1139d.
Étym. ὑ. τρύξ.
ὑπότρυγος, hefig, voll Hefen, Hippocr.