Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποτύμβιος
ὑποτύμβιος, in the tomb
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπότριτος
ὑπότριψις
ὑποτρομέω
ὑπότρομος
ὑποτρομώδης
ὑποτροπάδην
ὑποτροπάζω
ὑποτροπή
ὑποτροπιάζω
ὑποτροπιασμός
ὑποτροπίη
ὑποτροπικός
ὑποτρόπιον
ὑποτρόπιος
ὑπότροπος
ὑποτροφέω
ὑποτροφή
ὑπότροφος
ὑποτροχάζω
ὑποτρόχαλος
ὑποτροχάω
ὑποτροχίζω
ὑπότροχος
ὑπότρυγος
ὑποτρύζω
ὑποτρυπάω
ὑποτρύω
ὑποτρώγω
ὑποττοβέω
ὑποτυγχάνω
ὑποτύμβιος
ὑπότυπος
ὑποτυπόω
ὑποτύπτω
ὑποτύπωσις
ὑποτυπωτικός
ὑποτυπωτικῶς
ὑποτύραννος
ὑποτυρίς
ὑπότυφλος
ὑποτυφόομαι
ὑπότυφος
ὑποτύφω
ὑπότυψις
ὑπουάτιος
ὑπόϋγρος
ὑπουδαῖος
ὑπουθατίας
ὑπουθάτιος
ὑπούλη
ὕπουλος
ὑπουλότης
ὑπούλως
ὕπουρα
ὑπουραῖος
ὑπουράνιος
ὑπουργέω
ὑπούργημα
ὑπουργηματικός
ὑπούργησις
ὑπουργητέον
…
ὑποτύμβιος
Save
ὑποτύμβιος, in the tomb
LSJ
ὑποτύμβιος, ον,
in the tomb,
IG
14.1592 (Rome).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}