ὑπουλότης
ὑπουλότης, treachery
ὑπουλ-ότης, ητος, ἡ,
- treachery, Phld. D. 1.25, Hsch. s.v. ὑπόκρισις.
ὑπουλότης, ητος, ἡ, heimliche Tücke, Arglist, Sp.
ὑπουλότης, treachery