ὑψερεφής
ὑψερεφής, high-roofed, high-vaulted
ὑψερεφής, ές,
- high-roofed, high-vaulted, ὑ. μέγα δῶμα Il. 5.213, 19.333; χαλκοβατὲς δῶ ὑψερεφές Od. 13.5; δώματα 4.757; ναός Ar. Nu. 306 (lyr.):—also ὑψηρεφής, ές, ὑψηρεφέος θαλάμοιο Il. 9.582.
ὑψ·ερεφής, ής, ές, c. ὑψηρεφής, Il. 5, 213 ; 19, 333, etc. ; Od. 4, 15, etc. ; Ar. Nub. 305, etc.
ὑψερεφής, ές, mit hohem Dache, hochbedacht ; δῶμα, oft bei Hom., auch θάλαμος, Il. 9.582 ; ναός Ar. Nub. 306. S. auch ὑψηρεφής u. ὑψόροφος.
ὑψερεφής
-ές
[ὕψι + ἐρέφω. Cf. ὑψηρεφής.]
Highroofed, lofty : δῶμα Il. 5.213, Il. 19.333 := Od. 7.225= Od. 19.526, Od. 4.15, 46, Od. 7.85, Od. 15.241. Cf. Od. 4.757, Od. 10.111 = Od. 15.424, Od. 13.5, Od. 15.432.
ὑψερεφής , ές (ἐρέφω), ὑψηρεφής: high-roofed.
ὑψερεφής
ὑψ-ερεφής, ές
ἐρέφω
- high-roofed, high-vaulted, Hom., Ar.