About Report a problem

Menu

ὑψερεφής

ὑψερεφής, high-roofed, high-vaulted

ὑψερεφής, ές,
  • high-roofed, high-vaulted, ὑ. μέγα δῶμα Il. 5.213, 19.333; χαλκοβατὲς δῶ ὑψερεφές Od. 13.5; δώματα 4.757; ναός Ar. Nu. 306 (lyr.):—also ὑψηρεφής, ές, ὑψηρεφέος θαλάμοιο Il. 9.582.

Saved

Recent