ὑψηλόνωτος
ὑψηλόνωτος, high-backed
ὑψηλό-νωτος, ον,
- high-backed, Sch. A. Pr. 830.
ὑψηλόνωτος, hochrückig, Erkl. von αἰπύνωτος, Schol. Aesch. Prom. 832.
ὑψηλόνωτος, high-backed