ὑψηλοτάπεινος
ὑψηλοτάπεινος, now high, now low
ὑψηλο-τάπεινος [ᾰ], ον,
- now high, now low, τὸ ὑ. καὶ μεγαλόμικρον Ph. 2.61.
ὑψηλο·τάπεινος, ος, ον [ᾰ] tour à tour élevé ou humble, Phil. 2, 61.
Étym. ὑ. ταπεινός.