ὠμοβύρσινος
ὠμοβύρσινος, made of raw leather
ὠμο-βύρσῐνος, η, ον,
- made of raw leather, ἀσπίδες Str. 16.4.17; σάκη Sch.DIl. 5.453: (hence corrupted ὠμο-βύρσια, τά, EM 558.42, Zonar. s.v. λαώήϊα):—also ὠμό-βυρσος, ον, θώρακες Plu. Crass. 25.
ὠμο·βύρσινος, η, ον [ῐ] c. ὠμόβυρσος, P. Eg. 1, 6, p. 211 ; Str. 776.
ὠμοβύρσινος, = ὠμόβυρσος, Sp.