Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠμόγραυς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠμίας
ὠμίασις
ὠμίδιος
ὠμίζομαι
ὠμίζω
ὡμίλευν
ὤμιλλα
ὤμιον
ὠμίον
Ὠμίσης
ὠμιστής
ὦμμαι
ὠμο
ὠμοβοέη
ὠμοβόειος
ὠμοβοεῖς
ὠμοβόεος
ὠμοβοεύς
ὠμοβόϊνος
ὠμοβόϊος
ὠμοβόλος
ὠμοβορεύς
ὠμοβορία
ὠμοβόρος
ὠμοβρώς
ὠμόβρωτος
ὠμοβύρσινος
ὠμόβυρσος
ὠμοβύσσινος
ὠμογέρων
ὠμόγραυς
ὠμοδάϊκτον
ὠμοδάϊκτος
ὠμοδακής
Ὠμόδαμος
ὠμοδέψητος
ὠμόδροπος
ὠμοθάλεκτα
ὠμοθετέω
ὠμόθριξ
ὠμόθυμος
ὤμοι
ᾤμοι
ὠμοίδης
ὠμοκοτύλη
ὠμοκρατής
ὠμοκυδιάω
ὠμόλινον
ὠμόλινος
ὡμολογημένως
ὠμόομαι
ὠμοπλάτη
ὠμοργής
ὠμοργός
ὦμος
ὠμός
ὤμοσα
ὠμοσιτία
ὠμόσιτος
ὠμοσπάρακτος
ὠμοτάριχον
…
ὠμόγραυς
Save
LSJ
ὠμό-γραυς, ἡ, fem. of foreg.,
Men.
979.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}