ῥεμβεύω Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥεμβ-εύω, = ῥέμβομαι, LXX Is. 23.16. ῥεμβεύω, c. ῥέμβω, Spt. Esaï. 23, 16. ῥεμβεύω, = ῥεμβάζω.