ῥεκτικός Save ῥεκτικός, able to do LSJ ῥεκ-τικός, ή, όν, able to do, τῶν ἐφʼ ἡμῖν μόνων ῥεκτικὸς ὁ σπουδαῖος Porph. ad Od. 1.5.