About Report a problem

Menu

ῥοία

ῥοία, flow, flux

Could not find Ῥοιμητάλκης in Logeion dictionaries.

Ῥοιμητάλκης Proper-name noun: masculine nominative singular of Ῥοιμητάλκης

See Ῥοιμητάλκης in Morpho

ῥοία, ἡ, (ῥέω)
  • flow, flux, Hp. Loc.Hom. 9 (pl.).
    • II = κυλίστρα τῶν ἵππων παρὰ τῷ ποταμῷ καὶ ψάμμῳ, Hsch. (cf. ῥοαί· . . ἱππόδρομος, Id.).

Saved

Recent