τρητοκουρήτας
Could not find Τρητοῖο in Logeion dictionaries.
Τρητοῖο Proper-name noun: masculine genitive singular of Τρητός
τρητοκουρήτας· γνησίας γυναῖκας, οἱ δὲ παρθένους, Hsch. (Fort. τριτο-,
- v. τριτοκούρη.)