τρέχνος
τρέχνος, a twig
τρέχνος, εος, τό,
- = τέρχνος, a twig, AP 15.25.6 (Besant. Ara), Hsch.
τρέχνος, εος-ους (τὸ) dor. c. τέρχνος, Anth. 15, 25.
τρέχνος, τό, dor. = τέρχνος, Dosiad. ara (XV.25).
τρέχνος, ος, εος, τό,
- a twig, Anth. deriv. uncertain