Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρέχις
τρέχις, runner
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρεισκαιδεκάχορδος
τρεισκαιδεκέτης
τρεισκαιδεκήρης
τρεισκαιδεκώρυγος
τρείω
τρέμιθος
τρέμινθος
τρέμω
τρέξι
τρέπεδδα
τρέπεσκε
τρεπτέον
τρεπτέος
τρεπτικός
τρεπτός
τρεπτότης
τρέπω
τρέσα
τρεσᾶς
τρέσας
τρέσε
τρέσσε
τρέστης
Τρεφία
τρέφος
τρεφουργία
τρέφω
Τρεφώνιος
τρεχεδειπνέω
τρεχέδειπνος
τρέχις
τρέχνος
τρέχω
τρέψις
τρεψίχρως
τρέψω
τρέω
τρηγαλέον
τρηδών
τρῆμα
τρηματίζω
τρηματίκτης
τρημάτιον
τρηματιστής
τρηματόεις
τρηματώδης
τρήμη
τρῆνυ
Τρῆρες
τρηρόν
τρηρός
τρήρων
τρῆς
τρῆσις
Τρήτα
τρητοκουρήτας
Τρητόν
τρητός
τρηχ
τρηχαλέος
τρηχέως
…
τρέχις
Save
τρέχις, runner
LSJ
τρέχις, ὁ,
runner
(perh. as pr. n.), dub. in
S.
Ichn.
188.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}