Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γόνατα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γομφιασμός
γομφιάω
γομφίλη
γομφιόδουπος
γομφίον
γομφίος
γομφίτης
γομφόδετος
Γόμφοι
γομφοπαγής
γόμφος
Γόμφος
γομφότομος
γομφόω
γομφώδης
γόμφωμα
γόμφωσις
γομφωτήρ
γομφωτήριον
γομφωτήριος
γομφωτική
γομφωτικός
γομφωτός
γόμωσις
γονά
γονάγρα
γοναγρός
Γονανή
γονάρ
γονάς
γόνατα
Γονατᾶς
γονατίζω
γονάτιον
γονατίς
γονατόδεσμος
γόνατον
γονατόομαι
γόνατος
γονατώδης
γονάχιον
γονάω
Γόνδραι
γονεά
ΓονεϜάτας
γονεία
Γονεῖς
γονετής
γονεύς
Γονεύς
γονεύω
γονή
γόνημα
γονής
γόνθος
γονιαῖος
γονίας
γονίας χειμών
γονίζω
γονικόθεν
γονικός
…
γόνατα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
γόνατα,
v.
γόνυ
.
γόνατα, τά
nom. en acc. plur.
van
γόνυ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}