δικάζω
δικάζω, δικάζω, judge, serve as judge or juror; (mid.) plead a case, participate in a suit
Could not find δίκαζε in Logeion dictionaries.
δίκαζε Verb: present active imperative 2nd singular, Verb: imperfect active indicative 3rd singular of δικάζω
- judge, sit in judgement, Il. 23.579, Hdt. 1.14, Antipho 5.90, etc.; sit as a juror, D. 21.75; δ. καὶ ἐκκλησιάζειν Lys. 26.2, cf. Arist. Pol. 1293a9, etc.
- 2 c. acc. rei, give judgement on, decide, determine, Il. 1.542; δ. δίκην Hes. Op. 39, etc.; ἀλιτρά Pi. O. 2.65; πρᾶγμα A. Eu. 471, cf. 601; τἀμπλακήματα Id. Supp. 230; δ. δίκην ἄδικον give an unjust judgement, Hdt. 5.25; δ. ἐμπορικὰς δίκας D. 35.46; less freq., γραφὰς δ. Lycurg. 7; εὐθύνας D. 19.132; ἀγῶνα Din. 1.46: c. acc. cogn., δίκας δ. adjudge a penalty, Hdt. 6.139; δ. φυγήν τινι decree it as his punishment, A. Ag. 1412; δ. φόνον ματέρος ordain her slaughter, E. Or. 164 (lyr.): c. gen., δικάζειν τοὺς βασιλέας αἰτιῶν φόνου Lex Draconis ap.IG 1(2).115.11; δ. τοῦ ἐγκλήματος (sc. δίκην) X. Cyr. 1.2.7:—Pass., δίκαι δικασθεῖσαι Pl. Cri. 50b, cf. Lys. 17.3; ὁποτέρων ἂν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν it may be decided . ., Th. 1.28.
- b pass judgement on, condemn, γάμον ἄγαμον S. OT 1214 (lyr.).
- 3 φόνον δ. plead in a case of murder, E. Or. 580: abs., plead, D.C. 69.18.
- 4 c. dat. pers., decide between persons, judge their cause, Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι δικαζέτω ὡς ἐπιεικές Il. 8.431; ἐς μέσον ἀμφοτέροισι δικάσσατε 23.574, cf. Hdt. 1.97; τοῖσι Πέρσῃσι δίκας δ. Id. 3.31; ἑκάστῳ κατὰ τὸ μέγαθος τοῦ ἀδικήματος passed judgement on each, Id. 2.137.
- 5 c. inf., δικαξάτω λαγάσαι Leg.Gort. 1.5; ἐδίκασαν δέκα ἀνταπόλλυσθαι Hdt. 3.14; δ. ὡς . . Id. 1.84.
- 6 Pass., αἰσχρὰς δίκας δ. to have actions brought against one, Lys. 21.18.
- II Med., of the party, plead oneʼs cause, go to law, Od. 11.545, 12.440, Hdt. 1.96, Th. 1.77; πρὸς τοὺς ἀστυνόμους Pl. Lg. 845e; δίκην δικάζεσθαί τινι go to law with one, Lys. 12.4, D. 55.31; simply, δ. τινί Pl. Euthphr. 4e; πρός τινας Th. 3.44; prop. of a private suit, opp. a public prosecution, D. 21.26: with gen. added, δ. τινὶ κακηγορίας Lys. 10.12; κλοπῆς D. 22.27, etc.; ἐδεδίκαστο ἄν μοι τῆς ἐγγύης Id. 33.27; δ. τινὶ περί τινος ib. 26.
- 2 τὸ δ. forensic speaking, Arist. Rh. 1354b26, cf. Antipho 2.2.12.
I intr.
1 decidir, juzgar
ἐγὼν αὐτὸς δικάσω
• en forma institucionalizada juzgar, sentenciar
οὐδὲν γὰρ ἄλλο δρᾶτε πλὴν δικάζετε
ἀκηκόατε ... δικάζετε
τὸ δικάζειν καὶ τὸ κρίνειν
δικᾶν κατὰ νόμς καὶ ψηφίσματα
τίς αὕτη δίκη εἴη ὅπου αὐτοὶ οἱ ἀδικοῦντες δικάζοιεν
Περὶ τοῦ δικάζειν
tít. de obras de Cleantes y Crisipo
• juzgar, sentenciar por un determinado delito, c. gen.
ἐγκλήματος ... ἀχαριστίας
πῶς ἂν οὖν ὀρθῶς δικάσαιτε περὶ αὐτῶν;
περὶ τῶν αὐτῶν ἁμαρτημάτων δικάζοντες
ἁμαρτήσεσθε δικάσαντες ἀδίκως
al final de una defensaδικάζουσιν ὑγιαίνοντες ... ὀρθῶς
• tard. c. dat.
ὁ δικάζων τῇ ὑποθέσει
el que juzga en la causa
2 c. dat. de pers. dirimir, juzgar la disputa de
Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι δικαζέτω (ὁ Ζεύς)
ἐς μέσον ἀμφοτέροισι δικάσσατε
• institucionalizado juzgar la causa de
τοῖσι πέλας ... δικάζειν
ἑκάστῳ δικάζειν
δικάζοντες αὐτοῖς
3 actuar como juez, formar parte de un tribunal
οὐκ ὢν Ἀθηναῖος καὶ ἐδίκαζε
ἐδίκαζε καὶ ἠκκλησίαζε
τοῦ δικάζειν ... μετέδοτε
• esp. en part.
οἱ δικάσαντες τότε
οἱ τῇ Ἱπποθωντίδι δικάζοντες
los jueces de la tribu Hipotóntide
• fig. relig.
αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ δικάζων
de Jesucristo
4 en v. med. pleitear, presentar demanda, iniciar un proceso
δικαζομένων αἰζηῶν
ἀναγκάζομαι δικάζεσθαι
me veo obligado a iniciar un procesoπερὶ ... τοῦ δικάζεσθαι πάντες πειρῶνται τεχνολογεῖν
τὴν δὲ οὐσίαν οὐ δικαζόμενον ἀλλ' ἐργαζόμενον κεκτημένον
que he adquirido mi fortuna no pleiteando sino trabajando
• c. giro prep. o gen. indicando causa demandar, pleitear por
δικαζόμενος ... τεύχεσιν ἀμφ' Ἀχιλῆος
κακηγορίας δικάζεσθαι
presentar demanda por calumniasδικάζου κλοπῆς
• c. dat. de pers. demandar, pleitear contra
Μητροτίμῳ δηὖτέ με χρὴ τῷ σκότῳ δικάζεσθαι
οὐκ ἂν ἐδικάζου αὐτῷ ...;
¿no lo demandarías?δικάσεσθαι φασί μοι
δικαζόμενος τῷ πατρί
οὐ δικαζόμεθα πρὸς αὐτούς
ὁ βλαπτόμενος δικαζέσθω πρὸς τοὺς ἀστυνόμους
la víctima que presente una demanda ante los astínomos
• c. gen. y dat.
Λυσιθέῳ κακηγορίας ἐδικάσω
• c. μετά y gen. presentar demanda junto con
Νικόστρατος γὰ[ρ δικ]άζεται μετὰ Ξενοκ[λέους
II tr.
1 juzgar, sentenciar
τὰ ... ἀλιτρά
τἀ<μ>πλακήμαθ'
τόδε (τὸ πρᾶγμα)
φόνον
αἴτιο[ν] φόν[
τἀμὰ ... δικάζειν
τὰς ... εὐθύνας
τὰς τῶν παρανόμων γραφάς
τὸν ἀγῶνα
Φρὺξ ἐδίκαζεν ἔριν
entre las dos diosasτὰ δίκαια
(χρόνος) δικάζει τὸν ἄγαμον γάμον
• tard. c. ac. de pers.
σὲ θεὸς μετέπειτα δικάσσει
μαθὼν ... δικάζειν αὐτὸν ἤδη
Μίνω καὶ Ῥαδάμανθυν δικάσειν ... τοὺς πονηρούς
• juzgar c. ac. int.
τήνδε δίκην
δίκην ἄδικον
τὰς ἐμπορικὰς δίκας
φόνου δίκας δ.
juzgar procesos de asesinatoτοῖσι Πέρσῃσι δίκας δικάζουσι
ὅτε ... αἱ ἀστικαὶ δίκαι ἐδικάζοντο
ὃς τὰς δίκας τὰς δικασθείσας προστάττει
τὸ τὰς δίκας ὑπὸ τῶν ἀρχείων δικάζεσθαι
ὡς αἰσχρὰς δίκας δεδίκασμαι
que he sido juzgado en procesos infamantesοὐδενὶ ... δίκην ... ἐδικασάμεθα
Καλλάρῳ τὴν αὐτὴν δίκην δικάζονται
• en v. med. mismo sent.
δικάζευ τὴν Πριηνίην δίκην
δίκας ἰδίας συκοφαντῶν ἐδικάζετο
inició procesos privados como sicofanteἐδικαζάμεθα δίκας τριακοσταίας
δικάζεσθαι Βίαντος τοῦ Πριηνέος κρέσσων
ser mejor juez que Bias de Priene
2 c. ac. de resultado condenar
δικάζεις ... φυγὴν ἐμοί
me condenas al destierroἐδίκασε φόνον ὁ Λοξίας ἐμᾶς ματέρος
φόνον δικάζων φόνος
III c. or. complet. decidir, resolver
ἐδίκασαν ... δέκα Αἰγυπτίων ... ἀνταπόλλυσθαι
Τελμησσέων δικασάντων ὡς ... ἔσονται Σάρδιες ἀνάλωτοι
εἰσόκε τις δικάσῃσι ... βασιλήων εἴ τέ μιν ... χρειὼ ..., ἱκάνειν ... εἴ τε ... ἕπεσθαι
hasta que algún rey decidiera si ella debía volver o seguirὁποτέρων δ' ἂν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν, τούτους κρατεῖν
1. act.
a. abs. rechtspreken:
b. vonnissen, beslissen; met acc.:
2. med. procederen, een zaak voor de rechtbank brengen:
1) richten, Recht sprechen ; absolut, Od. 11.547 ; Pind. Ol. 2.65 ; Her. 1.96 u. Folgde ; τινί, z.B. Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι δικαζέτω, über die Troer u. Danaer entscheiden, Il. 8.431 ; ἐς μέσον ἀμφοτέροισι δικάσσατε, sprecht beiden unparteiisch Recht, 23.574, vgl. Scholl. Aristonic.; Her. 2.137 ; Plat. Legg. VI.761e ; δίκην δικάζειν, einen Prozeß entscheiden, einen Richterspruch fällen, Her. 7.124 ; δίκην ἄδικον 5.25 ; τινί, 3.31 ; δίκας Xen. Mem. 3.5.10 ; πάντα Cyr. 1.2.14 ; u. wo δίκην zu ergänzen, δικάζουσι καὶ ἐγκλήματος Xen. Cyr. 1.2.7 ; εὐθύνας Dem. 19.132 ; γραφάς Lycurg. 7 ; ἀγῶνα Din. 1.46 ; ähnl. φυγήν τινι, Verbannung zuerkennen, Aesch. Ag. 1421 ; τὸ αὐτὸ ἐκείνοις περὶ τῆς καταψηφίσεως δικάζετε Antiph. 1.3 ; pass., αἱ δίκαι δικασθεῖσαι Plat. Crito 50b ; vgl. ὁποτέρων δʼ ἂν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν Thuc. 1.28 ; οἱ δικασθέντες, die Gerichteten, Verurteilten, Plat. Rep. VIII.558a. Aber οἱ δικαζόμενοι, die Angeklagten, Xen. Mem. 1.2.51 ; vgl. αἰσχρὰς δίκας δεδίκασμαι Lys. 21.18 ; Arist. rhet. 2.23. – Uebh. = einen entscheidenden Ausspruch tun, κρυπτάδια φρονέοντα δικαζέμεν Il. 1.542 ; dah. = bestimmen ; δίκας διδόναι, ἃς Ἀθηναῖοι ἂν αὐτοὶ δικάσωσι Her. 6.139 ; vom Orakel, 1.84. Aehnl. αὐτὸς ἑαυτῷ ἐδίκασεν, er bestimmte sich, Dem. 43.5 ; ἐδίκασα ἐγὼ τούτῳ καὶ οὗτος ἐμοί, wir kamen in den Bestimmungen überein, 48.8 ; vgl. 33.
2) Med., sich Recht sprechen lassen, vor Gericht streiten, prozessieren ; Od. 11.545, 12.440 ; in Prosa, Her. 1.96 ; Thuc. 1.77 ; πρός τινα, 3.44 ; gew. τινί, mit Jemandem, Isae. 5.1 ; τινὶ περί τινος, Dem. 33.25 ; auch ἐδεδίκαστο ἄν μοι τῆς ἐγγύης 27, wie κακηγορίας δικάζεσθαι Lys. 10.2, um Schmähreden ; τῆς οἰκίας τοῖς ἔχουσι 17.5 ; ἀργυρίου, um Geld, 49.43 ; φόνου 9.44 ; auch δίκην τινί, 55.31 ; vgl. Xen. Mem. 3.5.16. – Il. 23.579 εἰ δʼ ἄγʼ ἐγὼν αὐτὸς δικάσω erklärt man unrichtig = med., es heißt ; ich werde selbst richterlich entscheiden, will selbst Richter sein, wie Il. 18.506 ἀμοιβηδὶς δὲ δίκαζον, die Alten sprachen abwechselnd, einer nach dem andern Recht. Auch Eur. Or. 580 soll φόνον δικάζων »vor Gericht verteidigen« sein.
[δίκη.]
Fut. δικάσω Il. 23.579.
3 pl. aor. δίκασαν Od. 11.547.
Imp. pl. δικάσσατε Il. 23.574.
- 1
To pronounce judgment, give a decision Il. 18.506, Il. 23.574, 579: Od. 11.547.
- 2
To form a decision, come to a resolve Il. 1.542, Il. 8.431 (lay down the law for . . .).
- 3
In mid., to seek a judgment or decision, plead one’s cause Od. 11.545, Od. 12.440.
- 1
- 1pass sentence upon τὰ δʼ ἐν τᾷδε Διὸς ἀρχᾷ ἀλιτρὰ κατὰ γᾶς δικάζει τις O. 2.59 ]δικάσαι[ Pae. 6.156
Strong
to judge: Lk 6:37 (Tr., mg.; v.s. καταδ- ; Cremer, 199).†
- Ito judge, to give judgment on a thing, decide or determine a point, Il., etc.
- 2c. acc. cogn., δίκας δ., to adjudge a penalty, Hdt.; δ. φυγήν τινι to decree it as his punishment, Aesch.; δ. φόνον ματρός to ordain her slaughter, Eur.; δ. τοῦ ἐγκλήματος [sc. δίκην Xen.:—Pass. to be decided, Thuc.
- 3to pass judgment on, condemn, Soph.
- 4φόνον δ. to plead in a case of murder, Eur.
- 5c. dat. pers. to decide between persons, judge their cause, Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι δικαζέτω Il.; ἐς μέσον ἀμφοτέροισι δικάσσατε Il.: —Pass. to be judged or accused, Xen.
- 6absol. to be judge, give judgment, Il.:— to sit as judges or jurymen, Dem.
- IIMid. of the culprit, to plead oneʼs own case, defend oneʼs right, have oneʼs case tried, go to law, Od., etc.: —δίκην δικάζεσθαί τινι to go to law with one, Plat.; πρός τινα Thuc.; τινος or περί τινος for a thing, Dem.
-
…γὰρ ἄν τις ἔχοι, ἄλλως τε καὶ ῥήτωρ, εἰπεῖν ὑπὲρ τούτου τοῦ νόμου ἀπολλυμένου ὃς τὰς δίκας τὰς δικασθείσας προστάττει κυρίας εἶναι. ἢ ἐροῦμεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι ἠδίκει γὰρ ἡμᾶς ἡ πόλις καὶ οὐκ ὀρθῶς τὴν δίκην ἔκρινεν…
Plato, Crito
-
…τούτων δίκην λάβωσιν, ὑπὲρ αὐτῶν τιμωρίας πεποιημένους. παύσομαι κατηγορῶν. ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε · δικάζετε. Κατὰ Ἀγοράτου ἐνδείξεως προσήκει μέν, ὦ ἄνδρες δικασταί, πᾶσιν ὑμῖν τιμωρεῖν ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν οἳ ἀπέθανον εὖνοι…
Lysias, Speeches
-
…αὐτῷ τῷ δικαστηρίῳ τῷ ἐξ Ἀρείου πάγου, ᾧ καὶ πάτριόν ἐστι καὶ ἐφʼ ἡμῶν ἀποδέδοται τοῦ φόνου τὰς δίκας δικάζειν, διαρρήδην εἴρηται τούτου μὴ καταγιγνώσκειν φόνον, ὃς ἂν ἐπὶ δάμαρτι τῇ ἑαυτοῦ μοιχὸν λαβὼν ταύτην τὴν τιμωρίαν ποιήσηται…
Lysias, Speeches
-
…καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλʼ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα · καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ, ἀλλὰ δικάσειν κατὰ τοὺς νόμους. οὔκουν χρὴ οὔτε ἡμᾶς ἐθίζειν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν οὔθʼ ὑμᾶς ἐθίζεσθαι · οὐδέτεροι γὰρ ἂν ἡμῶν εὐσεβοῖεν…
Plato, Apology
-
…γὰρ εὑρήσετε. οὔτε γὰρ συκοφαντῶν γραφάς με ἐγράψατο, οὔτε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως ἐπεχείρησεν, οὔτε ἰδίας δίκας ἐδικάζετο, οὔτε συνῄδει κακὸν οὐδὲν ὃ ἐγὼ δεδιὼς μή τις πύθηται ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, οὔτε εἰ ταῦτα διαπραξαίμην ,…
Lysias, Speeches
-
…πόλεων ὑποβλέψονταί σε διαφθορέα ἡγούμενοι τῶν νόμων, καὶ βεβαιώσεις τοῖς δικασταῖς τὴν δόξαν, ὥστε δοκεῖν ὀρθῶς τὴν δίκην δικάσαι · ὅστις γὰρ νόμων διαφθορεύς ἐστιν σφόδρα που δόξειεν ἂν νέων γε καὶ ἀνοήτων ἀνθρώπων διαφθορεὺς εἶναι. πότερον οὖν…
Plato, Crito
-
…ἂν βούληται, ἔχοντα τὰ αὑτοῦ. ὃς δʼ ἂν ὑμῶν παραμείνῃ, ὁρῶν ὃν τρόπον ἡμεῖς τάς τε δίκας δικάζομεν καὶ τἆλλα τὴν πόλιν διοικοῦμεν, ἤδη φαμὲν τοῦτον ὡμολογηκέναι ἔργῳ ἡμῖν ἃ ἂν ἡμεῖς κελεύωμεν ποιήσειν ταῦτα, καὶ…
Plato, Crito
-
…εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ…
Plato, Apology
-
…εἰς ταύτην τὴν γῆν ἀφικέσθαι, ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε, καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλʼ οὕτως ᾠκοῦμεν δημοκρατούμενοι ὥστε μήτε εἰς τοὺς ἄλλους ἐξαμαρτάνειν μήτε ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδικεῖσθαι. ἐπειδὴ…
Lysias, Speeches
-
…ὦ Σώκρατες, ἦ καὶ ταῦτα ὡμολόγητο ἡμῖν τε καὶ σοί, ἢ ἐμμενεῖν ταῖς δίκαις αἷς ἂν ἡ πόλις δικάζῃ ; εἰ οὖν αὐτῶν θαυμάζοιμεν λεγόντων, ἴσως ἂν εἴποιεν ὅτι ὦ Σώκρατες, μὴ θαύμαζε τὰ λεγόμενα ἀλλʼ ἀποκρίνου…
Plato, Crito