διέπτατο Save LSJ DGE Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer διέπτατο, v. διαπέτομαι. διέπτατο v. διαπέτομαι. διέπτατο, v. διΐπτημι. διέπτατο 3 sing. aor. διαπέτομαι. διέπτατο : see διαπέτομαι.