διερευνητής
διερευνητής, a scout
διερευν-ητής, οῦ, ὁ,
- scout or vedette, X. Cyr. 5.4.4, 6.3.2.
- II spy, D.H. 4.43.
explorador X.Cyr.5.4.4, 6.3.2
• espía, agente D.H.4.43, D.C.79.13.4.
διερευνητής, οῦ (ὁ) explorateur, investigateur, Xén. Cyr. 6, 3, 2 ; DH. 4, 43.
διερευνητής, ὁ, Durchspürer ; καὶ σκοποί Xen. Cyr. 6.3.2 ; καὶ κατόπται Dion.Hal. 4.43.
διερευνητής, οῦ,
from διερευνάω
- a scout or vidette, Xen.