διέρεισμα
διέρεισμα, supporting beam
διέρ-εισμα, ατος, τό,
- supporting beam, IG 2.1054.68, 11(2).287 A 84 (Delos, iii B. C.); also δ. χαλκᾶ ib. 2.652A25.
1 soporte
θυμιατήριον ... χαλκᾶ διερείσματα ἔχον
κανν ... χαλκᾶ διερείσματ' ἔχον
διερε<ί>σματα τῶν Νικῶν
2 arq. prob. vigueta que va de pared a pared para sostener una plancha, el techo o un andamiaje
διερείσας διερείσματα εἰς τοὺς ἰκριωτῆρας
ξύλον εἰς τὸ πρόδομον τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος δ.
διέρεισμα, τό, Stütze, Phot. lex. v. κνημία.