διερεθίζω
διερεθίζω, provoke greatly
- provoke greatly, Plb. 9.18.9, Phld. Ir. p.48 W., al., Ph. 1.602, Aesop. 250:—Pass., δ. πρὸς ἀλλήλους Arist. Mir. 837b17; ἔκ τινος Plu. Oth. 4.
- 2 stimulate, τὰς ἐκκρίσεις Herod.Med. ap. Orib. 8.4.1.
I
1 excitar, provocar
τοὺς ἐν τῇ πόλει
a la guarniciónπ[ολ]λούς
ἀμνὸν δ' ἢ χίμαρον ἢ βοῦν ... ὁπότε διερεθίζει τις
τὴν ἐπιθυμίαν
τοὺς Ῥωμαίους ἐς μύσος πρεσβέων
(αἱ θήλειαι) τοὺς ἄρρενας εἰς τοῦτο (sc. τὴν μίξιν) διερεθίζουσι
τοὺς ἰσχυροτέρους
2 medic. estimular
τὰς ἐκκρίσεις
• irritar
κλυστῆρι διερεθίσαι τὴν γαστέρα
II intr. en v. med.
1 excitarse, irritarse Phld.Ir.47.30, Plu.Oth.4, Gal.18(2).118.
2 discutir, pelearse
πρὸς ἀλλήλους