διοιδίσκομαι
διοιδ-ίσκομαι,
- = διοιδέω, Gal. 5.523.
1 hincharse, inflamarse
τὰ σκέλεα ὑπὲρ τὸ χρεὼν διοιδίσκεται
τὸ περιέχον αὐτὸ σύμφυτον σκέπασμα τὸ οἷον δέρμα
2 act. fact. causar hinchazón Steph.l.c.
δι·οιδίσκομαι, c. διοιδέω, Gal. 5, 185.
διοιδίσκομαι, = διοιδέω, Galen.