διοιστρέω
διοιστρέω, strengthd. for οἰστρέω, D.S. 4.12, Philostr. VA 1.33 (Pass.).
1 recorrer excitadamente, saltar por
θύννοι διοιστρήσοντι Γαδείρων δρόμον
2 fig. excitar en v. pas.
τῆς εὐωδίας ... τοῦ οἴνου προσπεσούσης τοῖς ... Κενταύροις συνέβη διοιστρηθῆναι τούτους
ὑπὸ φθόνου καὶ λύσσης
δι·οιστρέω-ῶ, aiguillonner fortement, DS. 4, 12 ; Philstr. 42.
διοιστρέω, verstärktes οἰστρέω, DS. 4.12 u. a.Sp.