διοικήτωρ
διοικ-ήτωρ, τορος, ὁ,
- = διοικητής, of the planets, Corp.Herm. 1.14.
astrol. el que rige o gobierna
διοικήτωρ, ορος (ὁ) c. διοικητής, Herm. Poem. 7, 6.
διοικήτωρ, ορος, ὁ, = διοικήτης, sp.D.